Ο Φίλος Μου Ο Emmanuel

Τον φίλο μου τον Emmanuel τον Μαυρούκο τον είχα γνωρίσει το καλοκαίρι. Μέσα σε δύο μήνες είχαμε γίνει κολλητοί. Μιλούσαμε στα Αγγλικά αλλά επικοινωνούσαμε με την ψυχή μας. Για να σφραγίσουμε μια για πάντα την φιλία μας παίζαμε ο καθένας το δικό του πουλί του και όταν χύσαμε ενώσαμε τα πουτσοκέφαλά μας. Δεν γουστάραμε ο ένας τον άλλο ερωτικά απλά αυτός ήταν ο τρόπος μας για να δείξουμε ο ένας στον άλλο ότι θα μέναμε για πάντα φίλοι ότι και αν συνέβαινε.
Γνωριστήκαμε σε ένα campus εκεί δουλεύαμε και οι δυο. Mε είχε δει να κλαίω μονάχος μου 02:00 μετά τα μεσάνυχτα στο ποτάμι.
- Φίλε μου, μου λέει, τι έχεις; Γιατί κλαις;
- Να, δεν έχω ούτε έναν φίλο και αυτούς που είχα τους έχασα. Τα σκάτωσα.
- Και γι' αυτό κλαις; Θα κάνεις άλλους φίλους. Είσαι νέος άνθρωπος. Ούτε εγώ έχω φίλους.
- Αλήθεια; Και πως το διαχειρίζεσαι; του λέω
- Πίνω.
- Πίνεις πολύ;
- Μια μπουκάλα κρασί την ημέρα.
- Πώς και πήρες το θάρρος να μου μιλήσεις; Τόσα βράδια κλαίω κάθε νύχτα εδώ αλλά κανείς δεν μου έδωσε σημασία.
- Μα γιατί και σε εμένα είχε μιλήσει κάποιος όταν εγώ έκλαιγα σαν και εσένα.
- Ξέρεις μου ανέβασες λίγο την διάθεση, να φέρω κάτι να πιούμε; του λέω
- Και δε φέρνεις.
Κλαίγαμε, πίναμε, γελούσαμε, μέχρι τις 05:00 τα χαράματα. Μια στο τόσο την βγάζαμε και κατουρούσαμε στο ποτάμι συμβολικά, τιμητικά. Ήταν το δώρο μας γιατί το φως του φεγγαριού που έπεφτε πάνω του μας κρατούσε συντροφιά.
- Τι λες, υπάρχει πραγματική φιλία; με ρωτάει.
- Μπα, δεν το πιστεύω. Απλά υπάρχουν άνθρωποι που συμπληρώνουν προσωρινά τα κενά μας ανάλογα τα θέλω και τις ανάγκες μας. Να, καλή ώρα όπως κάνουμε εμείς τώρα.
- Όχι, όχι, δεν μπορεί πρέπει να υπάρχει πραγματική φιλία, μου λέει. Ίσως απλά κάνουμε κάτι λάθος. Δηλαδή θες να πεις ότι και εμείς που καθόμαστε τώρα εδώ στην πραγματικότητα λυπόμαστε ο ένας τον άλλο;
O Εmmanuel έβαλε τα κλάματα και εγώ ακόμα χειρότερα ξέσπασα σε λυγμούς.
- Ξέρεις τι, μπορεί εμείς οι δυο να κάνουμε την διαφορά του λέω. Θα κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο, θα τρώμε μαζί. Μπορούμε ακόμη να έχουμε και την ίδια γυναίκα.
- Ναι, γιατί όχι, την ίδια γυναίκα, χαχαχα. Και που θα την βρούμε;
- Θα ψάξουμε.
- Σε μια στιγμή έρχεται κάποιος με τσαμπουκά και μου λέει εμένα προσωπικά να βγάλω το σκασμό γιατί ήθελε να κοιμηθεί (λες και κάναμε πολύ φασαρία). Χάπια είχε πάρει; ποιος ξέρει. Στάθηκε ακριβώς δίπλα μου. Εγώ αιφνιδιάστηκα και έπεσα στο ποτάμι. Ευτυχώς ήταν ρηχό. Ο Emmanuel μόλις με είδε να πέφτω αφηνίασε. Τον πιάνει και τον αρχίζει στις μπάτσες. Βγαίνω και εγώ από το ποτάμι και τρέχω να τον βοηθήσω. Μην τα πολυλογώ του κάναμε την μούρη ντοματόζουμο του πούστη. Σκεφτήκαμε και να τον πνίξουμε αλλά δεν το κάναμε γιατί άντε μετά να ξεμπλέξουμε με τους μπάτσους. Αυτό το περιστατικό πάντως μας έδεσε πάρα πολύ.
Ο Emmanuel ήταν αθώο πλάσμα. Του έλεγα: αν βλέπαμε τώρα έναν ελέφαντα να κολυμπάει τι θα έκανες; μου έλεγε θα ανέβαινα πάνω του να κάνω ποταμίσιο ροντέο. Αν έβλεπες έναν δράκοντα; του έλεγα, θα σου έβαζα τρικλοποδιά μου έλεγε αστειευόμενος και θα το έβαζα στα πόδια.
Τελικά καταλήξαμε να κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο αλλά σε ξεχωριστά κρεβάτια. Θέλαμε πολύ να δούμε τσόντα στο ίντερνετ αλλά το απαγόρευε η πολιτική του campus. Κλάναμε μεταξύ μας ελεύθερα χωρίς ντροπές αλλά πάντα αφήναμε το παράθυρο ανοιχτό γιατί μια φορά που το ξεχάσαμε κλειστό κοντέψαμε να λιποθυμήσουμε από τις αναθυμιάσεις. Θυμάμαι μια φορά που ο Emmanuel ζεμάταγε από τον πυρετό, του έβαζα ζεστές κομπρέσες και του χάιδευα τα ράστα μακριά του μαλλιά, του άρεσε γιατί τον ανακούφιζε.

Σπέρμα με σπέρμα και ενώσαμε τα πουτσοκέφαλά μας.

Φέρναμε πολλές γυναίκες στο μικρό μας δωμάτιο και στην δουλειά είχαμε πολλά ντράβαλα. Ίσως να σας τα διηγηθώ αυτά κάποια άλλη στιγμή.


Όλες οι Σελίδες/Άρθρα Του Μπλογκ